Αντεκδίκηση κι υπομονή…

Πολιτικές σημειώσεις με αφορμή τη διαδήλωση της 6ης Δεκέμβρη στη Θεσσαλονίκη

Στις εκδηλώσεις σχετικά με τον Δεκέμβρη του 2008 συχνά αναφέρεται ότι ο Δεκέμβρης μπορεί να πυροδοτήθηκε από ένα συγκεκριμένο συμβάν όμως οι προϋποθέσεις για την έκφραση του έλαβαν χώρα από καιρό στο υπόγειο κοινωνικό εργαστήριο. Μια από τις σημαντικότερες διαδικασίες ήταν η υπεράσπιση των κοινωνικών συγκρούσεων, συχνά με μεγάλο κόστος, από το αναρχικό και ριζοσπαστικό κίνημα, αλλά και η σύνδεση τους με άλλες μορφές κοινωνικής κινητοποίησης που αντιπάλευαν δυναμικά το κράτος, την αστυνομία αλλά και τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές του σύγχρονου καπιταλιστικού παραδείγματος. Εδώ και χρόνια το ελληνικό κράτος και η αστυνομία του ψάχνουν να βρουν αποτελεσματικούς τρόπους ώστε να απονεκρώσουν τους ημερολογιακούς τόπους μνήμης που συγκροτούν τα σημεία συνάντησης των αναρχικών με τη νεολαία, τους κοινωνικούς αγώνες και τον προοδευτικό κόσμο. Μέρος αυτής της στρατηγικής προληπτικής αντιεξέγερσης αποτελεί και ο απόλυτος περιορισμός των ίδιων των πορειών, ο ασφυκτικός έλεγχος τους από την αστυνομία, η τρομοκράτηση των συμμετεχόντων σε αυτές και η επιβάρυνση των οργανωτών με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο. Αυτό όμως δεν ήταν ένα εύκολο σχέδιο που μπορούσε να εκπονηθεί από τη μια μέρα στην άλλη, η εξαιρετικά μαζική παρουσία του κόσμου στις διαδηλώσεις τόσο της 17ης Νοέμβρη όσο και της 6ης Δεκέμβρη ήταν ο πρώτος και καθοριστικότερος αποτρεπτικός παράγοντας, ενώ η στάση των οργανώσεων του αναρχικού κινήματος αφενός και η σχέση εμπιστοσύνης που οικοδομήθηκε με τον κόσμο που συμμετείχε στις διαδηλώσεις επίσης δημιουργούσε αδυναμία στην ΕΛ.ΑΣ να βρίσκει εύκολα και αποτελεσματικά χτυπήματα. Ωστόσο το συγκεκριμένο κατασταλτικό σχέδιο είχε πολύ μεγάλο ορίζοντα και πολλούς τρόπους που επιχειρήθηκε να επιβληθεί ενώ είχε και εξαιρετική σημασία για τις Αρχές η -σχετική έστω- επιτυχία του.

Θεωρούμε ότι ο καθοριστικός παράγοντας που πυροδότησε την εφαρμογή ενός τέτοιου σχεδίου στη Θεσσαλονίκη, σε βαθμό που κατά καιρούς να παρουσιάζεται το παράδοξο να εφαρμόζονται κατασταλτικά μέτρα με μεγαλύτερη ένταση ακόμα από τα αντίστοιχα στην Αθήνα ή έστω εντονότερα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια έχει να κάνει με την επικράτηση ως πλειοψηφικού ρεύματος στις διαδηλώσεις και εντός του κοινωνικού ριζοσπαστικού κινήματος της πόλης του αναρχικού-ελευθεριακού ιδεολογικού στίγματος. Μια διαδικασία που βρίσκει τις ρίζες της στη διαμόρφωση αφενός νέων πιο σταθερών οργανωτικών μοντέλων από τις αναρχικές ομάδες και τη σταθερή απόπειρα να διαμορφωθούν ομάδες παρέμβασης σε κοινωνικούς χώρους, πρώτα στα πανεπιστήμια και έπειτα σε χώρους εργασίας. Η παραπάνω δουλειά γονιμοποιήθηκε ουσιαστικά με το ξέσπασμα του κινήματος κατά της Πανεπιστημιακής Αστυνομίας, την κατάληψη της Πρυτανείας του ΑΠΘ και τις μαζικές φοιτητικές διαδηλώσεις που ακολούθησαν. Έκτοτε οι δυνάμεις της Αριστεράς βρίσκονται σε μαρασμό ενώ τα αναρχικά μπλοκ συνέχιζαν να μαζικοποιούνται, αποτελώντας στο άθροισμά τους τα τελευταία πέντε χρόνια τη βασική ραχοκοκαλιά όλων σχεδόν των κεντρικών διαδηλώσεων. Αυτή η σύνθεση δεν φαίνεται να ικανοποιούσε καθόλου τις προοπτικές των ιθυνόντων της Ελληνικής Αστυνομίας. Ο όγκος της καταστολής αναδεικνύεται σε όλο της το εύρος αν συνυπολογίσουμε σε έναν ενιαίο κύκλο τις 51 συλλήψεις αντιφασιστών το φθινόπωρο του 2020, τις 31 και 16 συλλήψεις που συνδέονται με την κατάληψη της Πρυτανείας του ΑΠΘ στις αρχές του 2021, τις 49 συλλήψεις στη Σχολή Θετικών Επιστημών του ΑΠΘ την άνοιξη του 2024 και τέλος τις 112 συλλήψεις στην πορεία της 6ης Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς, για να αναφέρουμε μόνο τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Η σύνθεση των συλληφθέντων αναδεικνύει το κοινωνικό-πολιτικό μείγμα του ριζοσπαστικού κινήματος που θέλει να περιορίσει και να υπονομεύσει η κρατική καταστολή: αντιφασίστες, φοιτητές, μαθητές, νεολαίοι, νέοι εργαζόμενοι και εργαζόμενες και μέλη αναρχικών συλλογικοτήτων και οργανώσεων. Στις παραπάνω ενέργειες που επέφεραν τις συλλήψεις πολλών εκατοντάδων ατόμων (πολλές από αυτές απότοκο ξυλοδαρμών και κακοποιήσεων) μπορούμε να αθροίσουμε και διάφορες άλλες επιθέσεις σε κατειλημμένους χώρους, πολιτικά φεστιβάλ, συνεργατικά εγχειρήματα κ.ά.

Το σχέδιο της αστυνομίας κλιμακώθηκε τον τελευταίο χρόνο όταν προσπάθησε να αιφνιδιάσει το οργανωμένο κίνημα με δύο παράλληλες ενέργειε: την κατάληψη του χώρου όπου θα ολοκληρωνόταν οι διαδηλώσεις της 17ης Νοέμβρη και της 6ης Δεκέμβρη και τον αποκλεισμό της περιοχής της Ροτόντας, ενώ αποκορύφωμα της επιθετικότητάς της αποτέλεσε η σύλληψη των 112 ατόμων μετά το πέρας της πορείας. Αφού η αστυνομία δεν βρήκε οποιαδήποτε άλλη «καλή ευκαιρία» να χτυπήσει τη διαδήλωση αποφάσισε να μην την περιμένει πια, αλλά απροκάλυπτα να επιτεθεί στο σώμα κυρίως των ανοργάνωτων διαδηλωτών, επιχειρώντας μια μαζική σύλληψη αποσκοπώντας στην τρομοκράτηση και την καταγραφή μιας μερίδας του κόσμου που στηρίζει τις αντικρατικές διαδηλώσεις. Ωστόσο ο σχεδιασμός με τον ολοκληρωτικό αποκλεισμό της περιοχής της Ροτόντας και τον ασφυκτικό εγκλεισμό εκατοντάδων ατόμων σε συνεργατικά και άλλα καταστήματα εκεί γρήγορα φάνηκε ότι εγκυμονεί πραγματικά σοβαρούς κινδύνους για ανεξέλεγκτη διασπορά της αστυνομικής βίας με άγνωστα αποτελέσματα ακόμη και εναντίον περαστικών ή περίοικων. Το σχέδιο φέτος μετατράπηκε σε περικύκλωση των κεντρικών διαδηλώσεων στο τέλος τους, ασφαλώς με βασικό επίδικο την στοχοποίηση και απομόνωση των αναρχικών-αντιεξουσιστικών και ελευθεριακών μπλόκων.

Βρεθήκαμε έτσι στην εν μέρει παράδοξη θέση οι διαδηλωτές να ζητούν να ολοκληρωθεί ομαλά η διαδήλωση και η αστυνομία ουσιαστικά να απαγορεύει τη λήξη της κρατώντας κλειστό τον κεντρικό δρόμο της πόλης για περισσότερες από δύο ώρες. Γεγονός που αναδεικνύει τις προτεραιότητες τους: προκειμένου να πετύχουν την κάμψη του ριζοσπαστικού κινήματος, την κόπωση και την αναδίπλωσή του, δεν ταξινομούν τίποτε παραπάνω από αυτήν την κρίσιμη εργασία. Δεν κρύβουν δε μάλιστα ότι απώτερος σκοπός τους είναι η ολοκληρωτική συντριβή και διάλυση του κινήματος της ελευθεριακής αντίστασης, ωστόσο τούτο κάτω από συνθήκες έντονης πίεσης δεν συνέβη. Σε αυτό το σημείο πρέπει να γίνει η πιο κρίσιμη αποσαφήνιση: Η πίεση που δέχεται η ριζοσπαστική εμπροσθοφυλακή δεν προκύπτει αμιγώς από τη θέση της αστυνομίας· πρώτα και κυρίαρχα παράγεται από την άμπωτη των κοινωνικών κινητοποιήσεων. Σε αυτό το κενό πατάει η κρατική καταστολή για να υψώσει το μπόι της. Στην ανασυγκρότηση των αγώνων και του κοινωνικού σώματος αντίστασης θα πρέπει να ψάξει και το κίνημα τους όρους ανάπτυξής του. Γι’ αυτόν τον λόγο θα πρέπει να είμαστε πολύ ξεκάθαροι στη σημασία των ευρύτερων κοινωνικών κινητοποιήσεων. Τόσο οι μαζικές διαδηλώσεις με αφορμή το κρατικό έγκλημα στα Τέμπη όσο και οι τρέχουσες αγροτικές κινητοποιήσεις αθροίζονται στη δεξαμενή της κοινωνικής σύγκρουσης, οι δε μορφές πάλης έχουν τη δική τους σημασία, ειδικότερα όταν σπάνε de facto τη νομιμότητα. Υπό αυτό το πρίσμα έχουν πολύ μεγάλη σημασία γιατί δημιουργούν ρήγματα στο κρατικό πλαίσιο ενώ υπό προϋποθέσεις καλλιεργούν συνειδήσεις σε ριζοσπαστική κατεύθυνση. Ωστόσο ασφαλώς δεν αθροίζονται στην ιδεολογική δεξαμενή του ελευθεριακού ή ριζοσπαστικού κινήματος, εντός αυτών των κοινωνικών δυναμικών εμφανίζονται σχεδόν όλοι οι πολιτικοί χώροι. Αυτό το γεγονός δεν πρέπει να μας αποτρέπει να αναπτύξουμε όσες από τις διαθέσιμες δυνατότητες παρέμβασης έχουμε, αντιθέτως περιγράφει ένα νέο καθήκον που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη παρουσία και επαφή με τα αγωνιζόμενα υποκείμενα.

Έχει σχολιαστεί πολλές φορές ότι η στάση της αστυνομίας συχνά διαφέρει όταν έχει απέναντί της διαδηλωτές του αναρχικού κινήματος σε σχέση με άλλες κοινωνικές ομάδες που διαμαρτύρονται, ακόμα κι αν αυτές υιοθετούν, έστω προσωρινά, τακτικές σύγκρουσης μαζί της. Αυτή μπορεί να είναι μια προφανής παραδοχή, και η εξήγησή της βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στην ίδια την κοινωνική αποτύπωση που έχουν κάποιες ομάδες, ενώ και η πολιτική τους σύνθεση είναι τέτοια ώστε μπορεί συνδικαλιστές που μετέχουν στους αγώνες ταυτόχρονα να διατηρούν ιδεολογικές ή και οργανωτικές σχέσεις με τα κόμματα εξουσίας. Εμάς ως αναρχικούς μπορεί από τη μια πλευρά να μη μας απασχολούν σε κανένα επίπεδο οι τέτοιου είδους σχέσεις, όμως η αύξηση του κοινωνικού αποτυπώματος του ιδεολογικού μας χώρου παραμένει ζωτικής σημασίας. Επανερχόμενοι στις διαδηλώσεις της Θεσσαλονίκης μπορεί να κατάφεραν οι αναρχικοί να μαζικοποιήσουν τα μπλόκα τους και να αναδειχθούν σε σημαντική δύναμη κινητοποίησης όμως το κοινωνικό αποτύπωμα του αναρχισμού δεν έχει αυξηθεί σε αντίστοιχο βαθμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη φετινή πορεία της 6ης Δεκέμβρη τα ευάριθμα ελευθεριακά μπλόκα που εμφανίστηκαν συγκροτήθηκαν εξ ολοκλήρου από το πολιτικό δυναμικό των ομάδων και των οργανώσεων των αναρχικών και αντιεξουσιαστών της πόλης. Δεν κατέστη εφικτό να συγκροτηθεί για διάφορους λόγους μπλοκ φοιτητών όπως προέκυψε στην αντίστοιχη πορεία της 17ης Νοέμβρη ούτε κάποιο μαθητικό μπλοκ, ενώ και οι περιορισμένες ελευθεριακές δυνάμεις στα σωματεία δεν εξέδωσαν καλέσματα. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα να μην κατορθώνει ακόμα το αναρχικό ρεύμα να εκφράσει ευρύτερες κοινωνικές ομάδες ως τέτοιες.
Αυτό που παρουσιάζουμε σήμερα όμως ως μια παρατήρηση αδυναμίας είναι γεγονός ότι επικρατεί ως αντίληψη στο αναρχικό κίνημα εδώ και χρόνια: στις κεντρικές πορείες τον πρώτο και τελευταίο λόγο έχουν οι πολιτικές ομάδες, οι οργανώσεις και ενίοτε οι περισσότερο ή λιγότερο προσωρινές ανοιχτές συνελεύσεις που συγκροτούνται πριν από αυτές. Η αρχική αντίληψη παραμένει ορθή, όμως φαίνεται από τη ροή των γεγονότων ότι μια αλλαγή παραδείγματος είναι και εδώ επιθυμητή. Τα καλέσματα σε αυτές τις διαδηλώσεις θα πρέπει να καλλιεργούνται με υπομονή και επιμονή σε κοινωνικούς χώρους μέρες πριν, να εξαντλούνται οι πιθανότητες να παρθούν αποφάσεις από συλλόγους και σωματεία, να προσκαλούνται προοδευτικές κοινωνικές συσσωματώσεις, να διενεργούνται κοινές διαδικασίες ουσίας μεταξύ των οργανωτών. Μια πιθανή λύση ίσως βρίσκεται εκεί, καθώς όλα τα υπόλοιπα σχέδια και ειδικότερα η αναζήτηση ευκαιριακών πολιτικών συμμάχων δεν προσδίδουν ιδιαίτερες προοπτικές.

Κλείνοντας αυτές τις σημειώσεις πρέπει να πούμε και το εξής: πολλές φορές η στάση της αστυνομίας χαρακτηρίστηκε ως «παράλογη» ενώ κι εμείς παραπάνω χρησιμοποιήσαμε την συγγενική έννοια της «παραδοξότητας», ωστόσο δεν πιστεύουμε ότι κάτι τέτοιο περιγράφει την πραγματικότητα. Η αστυνομία αποτελεί την έμπρακτη εφαρμογή του τρέχοντος συσχετισμού της κοινωνικής σύγκρουσης. Θεωρώντας για σειρά λόγων ότι σε αυτή τη φάση απολαμβάνει την ηγεμονία του νέο-συντηρητισμού σε συνδυασμό με την αυτονόητη και διαχρονική κρατική ασυλία επιθυμεί να εξασκήσει την εξουσία της. Ναι, έχει αξία ειδικά για την αστυνομία να «δέρνει για να δέρνει», επιτελεί πολλούς και διαφορετικούς σκοπούς αυτή η επιλογή. Φυσικά όμως δεν παύει να αποτελεί μια επικίνδυνη πρακτική για την ίδια και κυριότερα για τους πολιτικούς προϊσταμένους της, εκτός των άλλων επειδή εφαρμόζεται και από αφηνιασμένους φασίστες του πιο ελεεινού και θρασύδειλου είδους. Αυτήν την πρακτική άλλωστε θαυμάσαμε επανειλημμένα και στις αντίστοιχες διαδηλώσεις στην Αθήνα με τελευταία την πορεία της 6ης Δεκέμβρη κατά τη διάρκεια της οποίας εντελώς αυθαίρετα η ΕΛ.ΑΣ αποφάσισε να κόψει την πρόσβαση στο μνημείο του Αλ. Γρηγορόπουλου και να επιτεθεί απρόκλητα στους χιλιάδες διαδηλωτές. Τα ρόπαλα των ΜΑΤ όμως όσο φανερώνουν ισχύ κρύβουν και την αδυναμία. Η αντεκδίκηση αποτελεί άλλη μια διαδικασία του κινήματος με την οποία θα χρειαστεί να βρεθεί αντιμέτωπη η αστυνομία και το κράτος. Ωστόσο η κλιμάκωση της σύγκρουσης με το υπό κατάρρευση καθεστώς της εκμετάλλευσης, των κρατικών εγκλημάτων με τους δεκάδες νεκρούς, με τους απολογητές των γενοκτονιών και τους κλακαδόρους των παγκόσμιων αφεντικών δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι δεν αποτελεί μια κόντρα μεταξύ των ένστολων μισθοφόρων της ΕΛ.ΑΣ και των επαναστατών, αποτελεί συνολική υπόθεση του κοινωνικού πολέμου, τον οποίο από την πλευρά μας οφείλουμε να οξύνουμε με κάθε τρόπο. Όταν λοιπόν αναφερόμαστε στον τίτλο του κειμένου στην υπομονή δεν σημαίνει ότι επικροτούμε την αδράνεια και οποιαδήποτε μεμψιμοιρία αλλά αναφερόμαστε στην ωριμότητα της συσσωρευμένης πείρας του κινήματός μας να καταφέρνει να χτυπάει και να αμύνεται, να διαυγάζει όλες τις δυνατότητες και να δρα με καθαρό μυαλό, επιλέγοντας τις κατάλληλες στιγμές ανασυγκρότησης και αντεπίθεσης. Οι όποιες επιμέρους τακτικές αφορούν το ίδιο το κίνημα και τις διαδικασίες του. Όμως η σύγκρουση με το αποθρασυνόμενο και αποχαλινωμένο καθεστώς της καταπίεσης και της βορβορώδους διαφθοράς και εξαθλίωσης που έχει εξαπολύσει έναν αδυσώπητο και διαρκή πόλεμο ενάντια στην κοινωνία είναι κοινωνικό καθήκον και οι αναρχικοί θα πρέπει να σταθούν στην εμπροσθοφυλακή της.

Συλλογικότητα για τον Κοινωνικό Αναρχισμό- Μαύρο & Κόκκινο μέλος της Αναρχική Πολιτική Οργάνωση - Ομοσπονδία Συλλογικοτήτων


Πρόσφατα άρθρα