Στοίχιση και Υπακοή: Ο Στρατός ως Μηχανή Εκφασισμού της Κοινωνίας

Η στρατιωτική θητεία δεν είναι μια ουδέτερη υποχρέωση, ούτε μια φυσική συνέχεια της «ενηλικίωσης» ενός ανθρώπου. Είναι ένας θεσμός πειθαρχίας, διαμόρφωσης και εξουσίας. Από τη στιγμή που ένας νέος άνθρωπος φορά τη στολή, εισέρχεται σε ένα σύστημα όπου η υπακοή είναι νόμος, η βία νομιμοποιείται, και η προσωπικότητα του διαλύεται στο όνομα μιας αφηρημένης έννοιας — του έθνους. Ο στρατός δεν είναι προστασία της κοινωνίας, αλλά το αποκορύφωμα της κρατικής της διαχείρισης.

Το νέο νομοσχέδιο και η κανονικότητα της επιστράτευσης

Το πρόσφατο νομοσχέδιο για τη στρατιωτική θητεία, που παρουσιάζεται ως «εκσυγχρονισμός» και «αναγκαία προσαρμογή», αποτελεί βήμα προς μια πιο βαθιά και διάχυτη στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας. Οι περιορισμοί στις αναβολές, η αυστηροποίηση των ποινών, η υποχρεωτική τοποθέτηση στον Στρατό Ξηράς, ακόμη και η πιλοτική ένταξη γυναικών, συγκροτούν μια νέα μορφή πειθάρχησης. Επίσης, το κράτος, προσπαθώντας να εκβιάσει τους νέους να πάνε στο στρατό, θεσπίζει «κίνητρα» όπως παραπάνω χρηματική αποζημίωση σε όσους κατατάσσονται, προοπτική πρόσληψης ως πληρωμένους δολοφόνους (ΕΠΟΠ) για όσες γυναίκες συμμετάσχουν ως “εθελόντριες” στην πολεμική μηχανή ή όσους νέους καταταγούν στα 18, με την εκπλήρωση της λυκειακής εκπαίδευσης. Ο στόχος δεν είναι η άμυνα, αλλά η κανονικοποίηση της υποχρέωσης — η ιδέα ότι όλοι και όλες ανήκουν, τελικά, σε έναν μηχανισμό που υπερβαίνει το άτομο.

Το κράτος γνωρίζει ότι η νεολαία δεν συγκινείται πια από πατριωτικά αφηγήματα. Ενώ στο παρελθόν οι νέοι ενθουσιάζονταν πολύ περισσότερο με πατριωτικά αφηγήματα που προώθησαν αξίες όπως η εθνική υπερηφάνεια και η στρατιωτική προσφορά, η σύγχρονη γενιά φαίνεται να μην ανταποκρίνεται πλέον τόσο σε αυτά τα ερεθίσματα. Έτσι, αναζητά νέες γλώσσες πειθούς: την ισότητα των φύλων, τον «εκσυγχρονισμό», την «κοινωνική προσφορά». Η υποχρεωτική θητεία ντύνεται με τον μανδύα του εκδημοκρατισμού, ενώ παραμένει αυτό που πάντα ήταν — ένας μηχανισμός παραγωγής υπάκουων σωμάτων και πειθήνιων συνειδήσεων. Παρά τις όποιες επικοινωνιακές μεταμφιέσεις, η θητεία δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από αυτό, συνεχίζοντας με συνέπεια να συνεισφέρει στη σταθερότητα του καθεστώτος και την κοινωνική πειθαρχία. Έτσι, αποκαλύπτεται η αντίφαση μεταξύ των διακηρυγμένων αξιών του κράτους και των πραγματικών του σκοπών, καθώς η εξουσία παραμένει εστιασμένη στο να ελέγχει και να μορφοποιεί τους πολίτες, ανεξάρτητα από το πώς αυτά τα μέσα επικοινωνίας παρουσιάζονται.

Γεωπολιτική αστάθεια και νέος εθνικός ρεαλισμός

Η επαναφορά της στρατιωτικής ρητορικής δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Είναι αποτέλεσμα μιας παγκόσμιας συνθήκης όπου οι πόλεμοι, οι συγκρούσεις και οι ενεργειακές κρίσεις μεταφράζονται σε κοινωνική πειθάρχηση. Ο πόλεμος στην Ουκρανία αναδιάταξε τα γεωπολιτικά σύνορα της Ευρώπης και μετέτρεψε την Ελλάδα σε στρατηγικό προγεφύρωμα του ΝΑΤΟ. Από τη Σούδα μέχρι την Αλεξανδρούπολη, οι στρατιωτικές υποδομές πολλαπλασιάζονται· το ελληνικό κράτος λειτουργεί ως προέκταση της δυτικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία και τη Μέση Ανατολή.

Ταυτόχρονα, η αντιπαράθεση με την Τουρκία —είτε κλιμακώνεται είτε «αποφορτίζεται»— παραμένει ο σταθερός άξονας του εθνικού φαντασιακού. Η αίσθηση του διαρκούς «εξωτερικού κινδύνου» νομιμοποιεί εξοπλισμούς, στρατιωτικές συμμαχίες και την ιδέα ότι ο λαός οφείλει να είναι πάντα έτοιμος για πόλεμο. Η προπαγάνδα δεν στηρίζεται πλέον στο μίσος, αλλά στην ανησυχία: στο συναίσθημα ότι «κάτι μπορεί να γίνει», και άρα πρέπει να είμαστε «πειθαρχημένοι, οργανωμένοι, ενωμένοι».

Η σφαγή στη Γάζα αποκάλυψε πλήρως το πρόσωπο της Δύσης: των κρατών που μιλούν για ειρήνη αλλά εξοπλίζουν το Ισραήλ, που καταδικάζουν την «τρομοκρατία» αλλά αποδέχονται τις γενοκτονίες ως αναγκαίο τίμημα της ασφάλειας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα παρουσιάζεται ως «νησί σταθερότητας» και «προπύργιο δημοκρατίας» — δηλαδή, ως πιστός σύμμαχος.

Ο Στρατός ως Μηχανισμός Καταπίεσης: Πόροι για Πολέμους, Όχι για Ζωή

Η Ελλάδα, όπως και κάθε κράτος, συντηρεί και ενισχύει το στρατιωτικό της μηχανισμό με πόρους που, αν κατευθύνονταν αλλού, θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν την κοινωνική ευημερία. Μια ματιά στους προϋπολογισμούς των τελευταίων δεκαετιών δείχνει μια ανατριχιαστική πραγματικότητα: τεράστια ποσά δαπανώνται κάθε χρόνο για την αγορά όπλων, την έρευνα στρατιωτικών τεχνολογιών, τις στρατιωτικές βάσεις και την υποστήριξη των ενόπλων δυνάμεων, ενώ οι ανάγκες της κοινωνίας σε τομείς όπως η παιδεία και η υγεία παραμένουν υποχρηματοδοτούμενες. Στην ουσία, το κράτος επιλέγει να «επενδύει» σε στρατιωτική ισχύ και πολεμικές δυνατότητες, δημιουργώντας μια κοινωνία που εξαρτάται από την καταστολή και την πειθαρχία, αντί να επενδύει στην παιδεία και τις κοινωνικές υποδομές που θα προσφέρουν μια βιώσιμη και αξιοπρεπή ζωή για όλους τους ανθρώπους.

Αυτή η στρατιωτική δαπάνη δεν είναι μόνο μια οικονομική επιλογή, αλλά και μια πολιτική στρατηγική. Κάθε ευρώ που δαπανάται για νέα όπλα και στρατιωτικούς εξοπλισμούς είναι ένα ευρώ που χάνεται για την υγειονομική περίθαλψη των ανασφάλιστων, για την εκπαίδευση των παιδιών, για τα δικαιώματα των εργαζομένων. Ταυτόχρονα, το κράτος ενισχύει το στρατιωτικό-βιομηχανικό συγκρότημα, έναν αθέατο αλλά πανίσχυρο πυλώνα που ενδυναμώνει την εξουσία και την καταπίεση, αντί να προάγει την κοινωνική πρόοδο.

Η Ελλάδα, παρά τις επικρίσεις και τις κοινωνικές ανάγκες, επιμένει να αυξάνει τη στρατιωτική της ισχύ. Η ελληνική κοινωνία συνεχώς εθίζεται στο να θεωρεί την ύπαρξη ενός ισχυρού στρατού ως αναγκαία προϋπόθεση για την εθνική ασφάλεια. Όμως, αυτή η "ασφάλεια" ποτέ δεν αφορά τον λαό. Αντί να χρησιμοποιηθούν πόροι για τη δημιουργία υποδομών κοινωνικής πρόνοιας, επιλέγεται η συντήρηση του στρατού που έχει αποδεδειγμένα ιστορικό καταστολής πολιτικών και κοινωνικών κινημάτων, αλλά και ενίσχυσης του κρατικού αυταρχισμού. Ο στρατός, αντί να μας προστατεύει, χρησιμοποιείται για να εδραιώσει την κυριαρχία των οικονομικών και πολιτικών ελίτ, δημιουργώντας μηχανισμούς που διασφαλίζουν την αέναη υποταγή του λαού. Τα λεφτά που δαπανώνται για τις στρατιωτικές έρευνες και τους εξοπλισμούς θα μπορούσαν να αναδιανεμηθούν για να εξασφαλίσουν την υγειονομική φροντίδα για όλους, για να προσφέρουν δωρεάν παιδεία, για να εξαλείψουν τη φτώχεια και την ανισότητα. Ωστόσο το κράτος επιλέγει να δαπανά σε όπλα και πολέμους, ενδυναμώνοντας όλο και περισσότερο την καταπίεση και την κοινωνική αδικία.

Αυτό που απαιτείται, λοιπόν, είναι μια ριζική αναθεώρηση των προτεραιοτήτων της κοινωνίας μας. Ο στρατός, ως μηχανισμός καταστολής και ελέγχου, πρέπει να απογυμνωθεί από την υποστήριξη που του παρέχεται από τον προϋπολογισμό, και αυτοί οι πόροι να κατευθυνθούν προς τις ανάγκες του λαού: την υγεία, την παιδεία, την κοινωνική δικαιοσύνη. Η ανατροπή αυτής της λογικής δεν είναι απλώς επιθυμητή, αλλά απολύτως αναγκαία για να προχωρήσουμε προς μια κοινωνία που θα μας εξασφαλίσει πραγματική ελευθερία και ευημερία, χωρίς να βασίζεται στο φόβο και τη βία.

Η ανακατανομή αυτή των πόρων και η κοινωνική αναδιοργάνωση μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο εκτός των κρατικών πλαισίων. Μόνο μέσα από την αναρχική οργάνωση της κοινωνίας, που δεν εξαρτάται από τη βία και την εξουσία των θεσμών, μπορεί να δημιουργηθεί ένα πραγματικά ελεύθερο και δίκαιο σύστημα οργάνωσης, που θα αντανακλά τις ανάγκες και τις επιθυμίες όλων των ανθρώπων, χωρίς την καταστολή και την εκμετάλλευση του κράτους.

Από το σχολείο στο στρατόπεδο: η εκπαίδευση της υπακοής

Πριν ο νέος κληθεί στο στρατό, έχει ήδη περάσει από έναν άλλον, αόρατο στρατώνα: το σχολείο. Εκεί μαθαίνει να στέκεται προσοχή μπροστά στη σημαία, να παρελαύνει με ρυθμό, να υπερηφανεύεται για μια ιστορία που γράφτηκε με αίμα αλλά παρουσιάζεται ως ηρωική αφήγηση. Το σχολείο λειτουργεί ως εργαστήριο εθνικής ταυτότητας: αναπαράγει τον μύθο της ενότητας, της θυσίας και της πίστης, διαμορφώνοντας το φαντασιακό της πειθαρχίας.

Η έπαρση της σημαίας, οι εθνικές εορτές και οι μαθητικές παρελάσεις δεν είναι αθώα έθιμα. Είναι τελετουργίες υπακοής. Εκεί το παιδί μαθαίνει να κινείται συγχρονισμένα, να υπακούει σε εντολές, να βλέπει το σώμα του ως κομμάτι μιας συλλογικής μηχανής. Αυτές οι τελετουργίες εξοικειώνουν τη νεολαία με το στρατιωτικό ήθος πολύ πριν το ζήσει στην πράξη, καθώς το σώμα που βαδίζει σε στοίχιση είναι ήδη προετοιμασμένο να υποταχθεί στη στολή.

Κι όταν, σε τέτοιες παρελάσεις, εμφανίζονται οργανωμένες ομάδες με φασιστική αισθητική και εθνικιστικά συνθήματα, αυτό δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως ατύχημα· είναι το φυσικό αποτέλεσμα μιας παιδαγωγικής που εξιδανικεύει τη στοίχιση και την πειθαρχία. Όταν η κοινωνία χειροκροτεί τη γραμμή, τη σημαία και τον συγχρονισμό, έχει ήδη αποδεχτεί τη βία ως τάξη και την υποταγή ως αρετή.

Ο στρατός ως μηχανή παραγωγής για τα σώματα ασφαλείας

Ο στρατός δεν είναι μόνο θεσμός πειθαρχίας, είναι και μηχανή αναπαραγωγής του ίδιου του κρατικού μηχανισμού βίας. Μέσα από τη στρατιωτική θητεία, οι νέοι μαθαίνουν όχι μόνο να υπακούν, αλλά και να ασκούν εξουσία — να πειθαρχούνται αλλά και να πειθαρχούν άλλους. Αυτό το βίωμα, αυτό το πλέγμα ιεραρχίας, φόβου και καθήκοντος, μεταφέρεται αυτούσιο στα σώματα ασφαλείας.

Ο στρατός προσφέρει το πρότυπο: τη δομή, τη γλώσσα, τη νοοτροπία. Η αστυνομία, από τη μεριά της, είναι η εσωτερική συνέχεια του στρατού — ο μηχανισμός που διατηρεί την «τάξη» σε καιρό ειρήνης, με τα ίδια μέσα, την ίδια ψυχολογία και την ίδια νομιμοποίηση.

Ο στρατός εκπαιδεύει τον πολίτη να υπακούει, η αστυνομία τον τιμωρεί αν δεν το κάνει. Ο ένας θεσμός παράγει τη νοοτροπία της υποταγής, ο άλλος τη διασφαλίζει. Μαζί συγκροτούν τον πυρήνα μιας κοινωνίας που λειτουργεί με βάση τον φόβο, την επιτήρηση και την πειθαρχία. Η λογική του στρατοπέδου διαχέεται στην καθημερινότητα: στα πανεπιστήμια, στις πλατείες, στα σπίτια. Ο έλεγχος γίνεται κανόνας, η επιτήρηση ρουτίνα, η βία «καθήκον». Και όταν φτάσει η στιγμή που η αστυνομία δεν θα μπορεί πλέον να ελέγξει μια ενδεχόμενη κοινωνική αναταραχή, ο στρατός θα καλεστεί να επιτελέσει τον πραγματικό σκοπό ύπαρξής του, την καταστολή του εσωτερικού εχθρού, της αγωνιζόμενης κοινωνίας.

Ενάντια στο μέλλον των στρατοπέδων και της υπακοής

Ο εκφασισμός δεν εμφανίζεται μόνο με στολές και όπλα, αλλά περνά μέσα από σχολικές παρελάσεις, εθνικές γιορτές, ΜΜΕ και κάθε μορφή τελετουργίας υπακοής. Η κοινωνία δοκιμάζεται καθημερινά έτσι ώστε να φτάσει στο να υπακούει στον φόβο και να θεωρεί την πειθαρχία ως ύψιστο αξίωμα. Σε αυτό το πλαίσιο, η αντίσταση στο στρατιωτικό σύστημα δεν αφορά μόνο την άρνηση θητείας, αλλά κάθε μορφή υπακοής στη λογική της πειθαρχίας και της βίας.

Κανείς δεν πρέπει να υποταχθεί σε αυτή τη λογική, αφού η συμμετοχή στο στρατιωτικό σύστημα σημαίνει την αποδοχή της βίας ως εργαλείο, την ενσωμάτωση σε ιεραρχίες που διαμορφώνουν και ελέγχουν τα σώματα, τη νομιμοποίηση της κρατικής και κοινωνικής καταστολής, αλλά και τη συστηματική κανονικοποίηση του φόβου στην καθημερινή ζωή. Η άρνηση συμμετοχής σε πολέμους που προφανώς δεν υπερασπίζουν τη ζωή, αποτελεί άρνηση της πειθαρχίας που συνθλίβει την κριτική σκέψη, και ενός κόσμου που θεσμοθετεί την κυριαρχία και την υποταγή ως φυσικό νόμο.

Η άρνηση του στρατιωτικού συστήματος —σε όλες τις μορφές του— είναι πράξη ελευθερίας, ατομικής και συλλογικής. Είναι το «όχι» που αρνείται να γίνει το σώμα μηχανή, που υπερασπίζεται τη ζωή απέναντι στην εξουσία και τη βία, και που επιμένει ότι η κοινωνία μπορεί να οργανωθεί χωρίς φόβο, υποταγή και θυσία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Μπροστά στην προσπάθεια του κράτους να μας βάλει στην μηχανή του πολέμου, πρέπει να πάρουμε θέσεις μάχης για τα δικά μας συμφέροντα. Όσο το κράτος προσπαθεί να πείσει την νεολαία της κοινωνικής βάσης πως η θέση της νεολαίας είναι στον στρατό και το μέλλον της είναι η φτώχεια και ο πόλεμος, η φτωχή νεολαία δεν πρέπει να υπακούσει στις προτροπές των πολιτικών και οικονομικών αφεντικών που προωθούν τον πόλεμο. Η διέξοδος για κάθε νέο/α που βιώνει καθημερινά τις επιπτώσεις του κρατικοκαπιταλιστικού συστήματος που παράγει τον πόλεμο και την εξαθλίωση, είναι ο οργανωμένος αγώνας. Ο αγώνας ενάντια στον αναδυόμενο μιλιταρισμό που βάζει στο στόχαστρο την δυστοπία του σύγχρονου ολοκληρωτισμού, με σκοπό την οικοδόμηση μιας ζωής αξιοβίωτης σε μία κοινωνία ισότητας, αλληλεγγύης και ελευθερίας, αυτή της Αναρχίας και του Ελευθεριακού Κομμουνισμού.

Ούτε Ελλάδα, ούτε Τουρκία — ούτε Δύση ούτε Ανατολή.
Καμιά συμμετοχή στους πολέμους τους.

ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΩΡΑ ΣΤΟΝ ΣΤΡΑΤΟ

ΚΑΝΕΝΑΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΛΑΩΝ – ΚΑΜΙΑ ΕΙΡΗΝΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΤΑΞΕΩΝ

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ

- Συλλογικότητα για τον Κοινωνικό Αναρχισμό- Μαύρο & Κόκκινο μέλος της Αναρχική Πολιτική Οργάνωση - Ομοσπονδία Συλλογικοτήτων

**κοινή αφίσα με την Αναρχική Συνέλευση Φοιτητών/τριών Quieta Movere

Γενάρης 2025


Πρόσφατα άρθρα